αὐθημερόν

αὐθήμερος
made
indeclform (adverb)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυθημερόν — (AM αὐθημερόν, Α και αὐθήμερα και αὐτημερόν, ιων. τ.) [αυθήμερος] μέσα στην ίδια μέρα, μονομερίς …   Dictionary of Greek

  • αυθημερόν — επίρρ. χρον., την ίδια μέρα: Ήρθε, αλλά έφυγε αυθημερόν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυθημερόν — [афтимэрон] εκίρ. в тот же день …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὐθήμερον — αὐθήμερος made masc/fem acc sg αὐθήμερος made neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτημερόν — αὐτημερόν επίρρ. (Α) αυθημερόν. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. τ. του αυθημερόν] …   Dictionary of Greek

  • оидень — в тот же день , только русск. цслав. оидьнь αὑθημερόν (Григ. Наз., изд. Будиловича 47а), где ои , согласно Лескину (IF 17, 491), родственно др. инд. ауаm он, этот , авест. ауǝm, лат. еum (*еi̯оm) и т. д.; ср. Вальде–Гофм. 1, 720. Спрашивается,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • αγοραπωλησία — Η πράξη της αγοράς και της πώλησης. Υπάρχουν πολλών ειδών α., αλλά οι πιο αντιπροσωπευτικές του όρου είναι εκείνες που γίνονται στα χρηματιστήρια. Οι κυριότερες είναι: η α. με προθεσμία, η α. επί δώρω, η α. τοις μετρητοίς και η α. σταθερά. Η… …   Dictionary of Greek

  • ανήμερα — επίρρ. (Μ ἀνήμερα) κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης ημέρας, αυθημερόν …   Dictionary of Greek

  • απαυθημερίζω — ἀπαυθημερίζω (Α) 1. κάνω κάτι την ίδια μέρα 2. μεταβαίνω σε κάποιον τόπο και επιστρέφω αυθημερόν …   Dictionary of Greek

  • αυτήμαρ — αὐτῆμαρ επίρρ. (Α) [ήμαρ] την ίδια μέρα, αυθημερόν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.